βιδώνω


βιδώνω
[вкдоно] ρ. ввинчивать,

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "βιδώνω" в других словарях:

  • βιδώνω — βιδώνω, βίδωσα βλ. πίν. 3 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • βιδώνω — [βίδα] 1. τοποθετώ βίδα σε μια επιφάνεια στρέφοντάς την 2. φρ. α) «κάθεται βιδωμένος» ακίνητος β) «έτσι μου τη βίδωσε» πήρα αυτή τη σταθερή απόφαση …   Dictionary of Greek

  • βιδώνω — ωσα, ώθηκα, βιδωμένος 1. περιστρέφοντας μπήγω τη βίδα, για να στερεώσω, να ενώσω, να συναρμολογήσω: Στο παιδικό δωμάτιο, τα έπιπλα είναι βιδωμένα στον τοίχο. 2. μτφ., εμποδίζω, εξουδετερώνω: Βιδώθηκε από τον αντίπαλό του και δεν μπόρεσε να… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • αβίδωτος — η, ο [βιδώνω] αυτός που δεν έχει βιδωθεί …   Dictionary of Greek

  • βίδωμα — το η ενέργεια και το αποτέλεσμα του βιδώνω …   Dictionary of Greek

  • κοχλιώνω — [κοχλίας] βιδώνω …   Dictionary of Greek

  • ξεβιδώνω — 1. βγάζω ή λασκάρω τη βίδα, αποκοχλιώνω 2. εξαντλώ με επίπονη σωματική άσκηση 3. τρελαίνω («οι πολλές σκέψεις και οι στενοχώριες τόν ξεβίδωσαν»). [ΕΤΥΜΟΛ. < στερ. ξ(ε) * + βιδώνω] …   Dictionary of Greek

  • κοχλιώνω — κοχλίωσα, κοχλιώθηκα, κοχλιωμένος, βιδώνω …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)